Συνέντευξη στη Μαρώ Τριανταφύλλου για την έκθεση ζωγραφικής Δωμάτια-Ένοικοι-Ανοίγματα (εφ. Η Εποχή, 14-12-2010)

Συνεντευξη στη Μαρώ Τριαναταφύλλου για την έκθεση ζωγραφικής Δωμάτια-Ενοικοι-Ανοίγματα, εφ. Η Εποχη 14-12-2010
 
* Μια έκθεση ζωγραφικής στη Σύρο με πολύ εικαστικό και φιλοσοφικό ενδιαφέρον
 
Στην αίθουσα Τέχνης «Ερμούπολη», στο Πνευ­ματι­κό Κέντρο του δήμου Ερ­­μού­πο­λης, στη Σύρο ε­­γκαινι­­άζεται τη Δευ­τέ­ρα, 20 Δεκεμβρίου, στις 8.30 μ.μ., έκθεση ζωγραφικής της ζωγράφου και συγ­γραφέα Ηρώς Νικοπούλου. Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 7 Ιανουαρίου. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ζωγράφος ασχολείται με γυναικεία θέματα στη δουλειά της, εδώ όμως υπάρχει κάτι πιο ειδικό: η παιδική ηλικία της γυναίκας, ενώ το δίπολο α­πουσία/ παρουσία παίζει ένα καταλυτικό ρόλο στην εικαστική πραγμάτωση της κάθε φορά βασικής ιδέας.
 
Τη συνέντευξη πήρε η Μαρώ Τριανταφύλλου
 
 Κα Νικοπούλου έχω την εντύπωση, παρακολουθώντας σας από καιρό, πως δουλεύετε με θεμα­­τι­κούς κύκλους που αντα νακλούν τους αι­σθη­τι­κούς και φιλο­σοφικούς προβλη­ματισμούς σας. Ποιο είναι το θέμα της καινούριας σας δουλειάς;
 
Το θέμα αυτής της ενότητας είναι οι διάφορες εκφάνσεις της γυναικείας παιδικής ηλικίας, καθώς και το δίπολο παρουσία/απουσία. Η εικαστική απόδοση της απουσίας δίνει ψυχογραφικά τις μορφές. Σε μερικούς πίνακες, για παράδειγμα, εμφανίζονται μικρά κοριτσάκια που ψυχικά απου- σιάζουν από το χώρο ή έχουν την ακαμψία κούκλας ή υπάρχουν μετωνυ- μικά μέσα από ένα παιχνίδι. Αλλού πάλι η παρουσία των Ενοίκων είναι διαμεσολαβημένη μέσα από καθρέφτες. Όπως δηλώνει και ο τίτλος πρόκειται για Δωμάτια που λειτουργούν ουσιαστικά ως ψυχικός χώρος και κατοικούνται από Ενοίκους που άλλοι είναι παρόντες και άλλοι απλά είδωλα, και λούζονται λιγότερο ή περισσότερο από ένα μακρινό, αλλά εντέλει μάλλον πλούσιο, που μπαίνει από δυσανάλογα μικρά Ανοίγματα.
 
Τα Ανοίγματα συνήθως υπονοούν διέξοδο, υπάρχει τελικά διέξοδος, υπά- ρχει διαφυγή; 
 
Αυτό παραμένει πάντοτε ανοιχτό. Αν και υπάρχει μια αντιστροφή των μεγεθών μεταξύ Ανοιγμάτων και Ενοίκων που τα καθιστά περίπου ανα- ποτελεσματικά, τα ανοίγματα ωστόσο είναι εκεί ως δυνατότητα, και πάντως ως αναπαλλοτρίωτοι αγωγοί φωτός. 
 
Πριν από μια δεκαετία περίπου διδάσκατε ζωγραφική επί σειρά ετών στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού. Πόσο σας έχει επηρεάσει εκείνη η περίοδος;
 
Ήταν πολύ δυνατή εμπειρία και πολυδιάστατη. Θα ήταν άστοχο να πιστεύω ότι δεν έχει επηρεάσει βαθύτερα τον ψυχισμό μου, επομένως και τη δουλειά μου. Οι βιωματικές καταγραφές τέτοιου τύπου αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη. Οπωσδήποτε το φως των Δωματίων μου έχει κάποια κοινά στοιχεία μ’ εκείνο που έβλεπα κάθε φορά πίσω από το μικρό άνοιγμα της τεράστιας εσωτερικής σιδερένιας πύλης που οδηγούσε μέσω ενός στενού διαδρόμου στα κελιά… Και η αίσθηση του εγκλεισμού βεβαίως, μόνο που τώρα αφορά την ψυχική σφαίρα, κάτι που νομίζω ότι τον καθιστά βαρύτερο. 
 
Διαπιστώνουμε μια αλλαγή στη δουλειά σας, τόσο στα θέματα όσο και στην τεχνοτροπία. Θέλετε να μας μιλήσετε πάνω σ’ αυτό;
 
Πράγματι, η παλιότερη δουλειά μου ήταν αφαιρετική και σχεδόν ανεικονική. Οι λίγες φιγούρες που σπανίως παρεισέφρεαν ήταν αφη- ρημένες, αποτελώντας εντέλει αναπόσπαστα οργανικά στοιχεία του συνόλου. Χρησιμοποιούσα τις δομές και τις πλαστικές αξίες χωρίς την πρόφαση της παράστασης. Ήμουν επικεντρωμένη σε άλλες αναζητήσεις απ’ ό,τι τώρα. 
 
Ποιά ανάγκη σας οδήγησε σ’ αυτό το νέο προσανατολισμό; 
 
Αισθάνθηκα ότι ήθελα να μιλήσω για καινούργια πράγματα, που είχαν ανάγκη από νέο λεξιλόγιο. Ο προηγούμενος τρόπος έμοιαζε να μην χωράει τις σημερινές σκέψεις και τους προβληματισμούς μου. Επίσης, μια πιο ποιητική διάθεση ίσως, μου υπέβαλε μετωνυμικές αναφορές και όχι καθαρές δομές. Αναγκαστικά η δουλειά μου έγινε πιο ρεαλιστική και, συνεπώς, πιο αφηγηματική. Η απεικόνιση πραγμάτων συνεπάγεται ιστορίες. 
 
Οι κούκλες και οι καθρέφτες είναι σύμβολα που εμφανίζονται και στις δύο τέχνες που θεραπεύετε. Τι συμβολίζουν; Συνδέονται άραγε η λογοτεχνία και η ζωγραφική σας ή αποτελούν ανεξάρτητες δημι- ουργίες;
 
Στη ζωγραφική περίοδο των δύο τελευταίων χρόνων, νομίζω πως η σύνδεση είναι στενότερη μια που εμφανίζονται κοινά σύμβολα και στους δύο εκφραστικούς μου δρόμους, όπως σωστά παρατηρήσατε. Μέσα από τα αφηγηματικά στοιχεία αυτής της ενότητας, που πρωταγωνιστούν μεταξύ άλλων και στην πεζογραφία μου υπάρχουν στιγμές που η μία τέχνη φωτίζει μέσα μου όψεις της άλλης. Οπωσδήποτε όμως πρόκειται για ανεξάρτητες, αυτοδύναμες διαδρομές που τέμνονται σε κάποια σημεία. Για μένα λειτουργούν συμπληρωματικά και φέρνουν στην επιφάνεια αφανέρωτα κομμάτια του εαυτού με τρόπο βέβαια πάντα που να αφορά και τους άλλους. Η μετωνυμία του παιχνιδιού ως σύμβολο της παρουσίας του παιδιού, διευρύνει την οπτική γωνία και κωδικοποιώντας το σύμπτωμα στοχάζεται για την παιδική ηλικία. 

Μιλάτε για την παιδική ηλικία, γιατί λοιπόν εμφανίζεται ξαφνικά η Μέδουσα;
 
Θα σας απαντήσω με μια ρήση του Ρίλκε, που παράφρασή της χρησιμοποίησα και ως τίτλο του συγκεκριμένου έργου: «Η Ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε να υποφέρουμε και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δε στέργει να μας καταστρέψει». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι διάλεξα το σύμβολο της Μέδουσας· οι αρχετυπικές μορφές-αναφορές είναι ευρύχωρες, μας χωρούν όλους· επέλεξα να μεταγράψω-μεταπλάσω τη Μέδουσα του Καραβάτζιο και όχι κάποια προγενέστερη εκδοχή της. Η Μέδουσα αυτή εξελληνισμένη καταρχάς, περνάει πλέον με τον Καραβάτζιο στην ευρωπαϊκή κουλτούρα ως ομορφιά αφήνοντας πίσω τον αποτροπαϊκό της χαρακτήρα. Πρόκειται, ωστόσο, για τρομερή ομορφιά καθώς ενέχει κινδύνους και για την ίδια τη γυναίκα και για όσους την συναναστρέφονται. Επιπλέον στο συγκεκριμένο πίνακά μου η Μέδουσα αυτή έχει και μια κόρη η οποία μοιάζει σαν να βγαίνει από το στόμα της αποκεφαλισμένης αρχετυπικής της Μητέρας. Δεν πρόκειται πια για την καταστρεπτική ομορφιά των ελληνικών μύθων, της ωραίας Ελένης του Ομήρου, αλλά για εκείνη της διπλανής πόρτας, όπως αυτή που καταστρέφει τον μεσόκοπο μικροαστό στο «American beauty» του Μέντες. 
 
Μιλήστε μας λίγο για την τεχνοτροπία που χρησιμοποιείτε.
 
Τα χρώματά μου είναι συνήθως σκοτεινά για τον περιβάλλοντα χώρο, φωτεινά για το κεντρικό μου θέμα. Αυτή η ενότητα είναι δουλεμένη με λάδια· χρησιμοποιώ κυρίως τα χρώματα της αγιογραφίας και στήνω τη χρωματική ισορροπία του έργου στρωματικά. Δουλεύω πάντοτε με προσχέδια και δίνω μεγάλη σημασία στη γερή δομή του σχεδίου πάνω στο οποίο θα πατήσει το θέμα. 
 
Θα θέλατε να σχολιάσετε τη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική; Ποιες τάσεις διακρίνετε στην ελληνική ζωγραφική σκηνή σήμερα;
 
Κοντεύει να γίνει τόσο απόλυτη η άμεση σύνδεση του καλλιτεχνικού έργου με την αγορά και τόσο πνιγηρό και επείγον το ζητούμενο μιας οποιασδήποτε «πρωτοτυπίας» που φοβάμαι πως δυσκολεύει πολύ την πιθανότητα της πηγαίας αναζήτησης και οδηγεί πολλές φορές σε εφήμερους εντυπωσιασμούς. Ο κίνδυνος της εύκολης τέχνης, την υποβιβάζει και την καθηλώνει σε απλή διακόσμηση. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η μουσειακή τέχνη, τα έργα εκείνα δηλαδή που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να μπουν μέσα σ’ ένα σπίτι, όπως είναι φερ’ ειπείν η video art. Αποτέλεσμα αυτών των δύο άκρων είναι να χάνει το βηματισμό της και η ίδια η εγχώρια καλλιτεχνική κοινότητα και ακόμη πιο εύκολα το ίδιο το κοινό, που συχνά παραπλανάται από φαντασμαγορικές ευκολίες οι οποίες το μόνο που κάνουν είναι να μεταφέρουν στα καθ’ ημάς το πιο εμπορευματοποιημένο κομμάτι της μητροπολιτικής αγοράς. Η καλή και απαιτητική τέχνη δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμη από το μαζικοποιημένο κοινό, γι’ αυτό έχει εξοβελιστεί από τις περισσότερες γκαλερί, που τις συμφέρει να προκαλούν «γεγονότα», και όχι να δημιουργούν αξίες.
 
Θεωρείτε ότι ένας ζωγράφος στην Ελλάδα μπορεί να ενημερώνεται σωστά και επαρκώς για τις εξελίξεις της τέχνης του στο εξωτερικό;
 
Την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον αλλά και πιο πίσω ίσως, από τότε πάντως που μπήκε στη ζωή μας για τα καλά το διαδίκτυο, η ενημέρωση είναι πλέον άμεση και εύκολη. Εκτός αυτού ο θεσμός των «φουάρ» είναι πλέον πολύ διαδεδομένος και συμμετέχει και η χώρα μας σε πολλές απ’ αυτές. Το θέμα δεν είναι επομένως η δίψα για το τι τρέχει με τις εκθέσεις και τα δρώμενα στην υπόλοιπη Ευρώπη, το θέμα είναι πώς προσλαμβάνουμε κάθε φορά τις πληροφορίες που μας έρχονται και με ποιο τρόπο τις αφομοιώνουμε, ώστε αν προκύπτει κάτι καινούργιο να είναι αληθινό και ζυμωμένο με τα δικά μας βιώματα. Όχι απλώς να δημιουργούμε και να πετάμε στην αγορά αχώνευτα «πρωτοποριακά» κακέκτυπα προς κατανάλωση. Η δυστυχία του σύγχρονου εικαστικού καλλιτέχνη είναι ότι νιώθει πως πρέπει να γίνει αναγνωρίσιμος μέσω του τρέχοντος ρεύματος. Έτσι η λάμψη έγινε το σύγχρονο συνώνυμο της λήθης!

 

Τελευταία Ανανέωση:
Κυρ, 11/06/2011 - 11:01