Συνέντευξη στη Φιλία Μηλιδάκη για την έκθεση ζωγραφικής Δωμάτια-Ενοικοι-Ανοίγματα (εφ. Κοινή Γνώμη, Σύρου) 20-12-2010

Συνεντευξη στη Φιλία Μηλιδάκη για την εφ. Κοινή Γνώμη Σύρου 20-12-2010

  
Υ­πάρ­χει ε­σω­τε­ρι­κός χώ­ρος σε α­ντι­πα­ρα­βο­λή με τον ε­ξω­τε­ρι­κό χώ­ρο; Και τι ση­μαί­νει για ε­σάς.

            Ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο τί­τλος της έκ­θε­σης, που εί­ναι «Δω­μά­τια-΄Ε­νοικοι-Α­νοίγ­μα­τα», ό­λα τα έρ­γα αυ­τής της ε­νό­τη­τας α­να­φέ­ρο­νται κυ­ρί­ως σε ε­σωτε­ρι­κό χώ­ρο, ο ο­ποί­ος λει­τουρ­γεί συμ­βο­λι­κά ως ψυ­χι­κός χώ­ρος. Το «έ­ξω» υ­ποδη­λώ­νε­ται μέ­σω των Α­νοιγ­μά­των που –αν και βρί­σκο­νται πο­λύ ψη­λά ή εί­ναι πο­λύ μι­κρά- α­πο­τε­λούν πα­ρα­ταύ­τα την δί­ο­δο φω­τός και α­έ­ρα, και την ε­πι­κοι­νω­νί­α με τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο. Το «έ­ξω» θα μπο­ρού­σε να θε­ω­ρη­θεί ως ο χώ­ρος της ψυ­χι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας. Έ­νας «χώ­ρος» πραγ­μα­τι­κά δυ­σα­πό­κτη­τος στην ε­πο­χή μας. Υ­πάρ­χουν ε­πί­σης πόρ­τες μι­σά­νοι­χτες, απ’ ό­που το ε­ξω­τε­ρι­κό φως ξε­χύνε­ται πλού­σιο μέ­σα στο μι­σο­σκό­τει­νο Δω­μά­τιο. Με εν­δια­φέ­ρει ε­πί­σης πο­λύ ο διά­λο­γος α­νά­με­σα στο φως και το σκο­τά­δι, η α­ντι­πα­ρά­θε­ση και η πι­θα­νή ε­ξουδε­τέ­ρω­ση του ε­νός α­πό το άλ­λο και σε ψυ­χι­κό ε­πί­πε­δο, αλ­λά και α­πό την ά­πο­ψη των πλα­στι­κών στοι­χεί­ων.

 Ό­ταν έ­να μω­ρό κα­τευ­θύ­νε­ται προς μια α­πό­το­μη σκά­λα α­κου­μπι­σμέ­νη στον τοί­χο ή οποί­α δε φτά­νει πο­τέ ως προς το μό­νο και ψη­λό φεγ­γί­τη, ό­λα αυ­τά μοιά­ζουν να εί­ναι ει­ρω­νι­κά στοι­χεί­α του α­δύ­να­του. Ποιος εί­ναι λοι­πόν ο ρό­λος της κί­νη­σης/ πρά­ξης α­πέ­να­ντι στο α­δύ­να­το/α­νέ­φι­κτο;

             Πράγ­μα­τι, και στο συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο στο ο­ποί­ο α­να­φέ­ρε­στε αλ­λά και σε όλα τα υ­πό­λοι­πα της έκ­θε­σης υ­πάρ­χει μί­α ε­σκεμ­μέ­νη α­ντι­στρο­φή με­γε­θών α­νάμε­σα στους Ε­νοί­κους και τα Α­νοίγ­μα­τα τα ο­ποί­α εί­ναι δυ­σα­νά­λο­γα μι­κρά και βρί­σκο­νται πο­λύ ψη­λά, αλ­λά και οι σκά­λες που θα μπο­ρού­σαν να ο­δη­γή­σουν στην έ­ξο­δο εί­ναι λι­λι­πού­τειες κι ε­πο­μέ­νως λει­τουρ­γι­κά α­κυ­ρω­μέ­νες. Η υ­πο­δήλω­ση του ε­γκλω­βι­σμού και της α­νέ­φι­κτης δια­φυ­γής σε ψυ­χι­κό ε­πί­πε­δο εί­ναι κα­τα­στά­σεις που σε κά­ποιες πε­ριό­δους της ζω­ής μάς έ­χουν α­πα­σχο­λή­σει ό­λους. Η με­λέ­τη και η κα­τα­γρα­φή λοι­πόν του συ­μπτώ­μα­τος ο­δη­γεί σε α­να­στο­χα­σμό του μύ­θου της παι­δι­κής η­λι­κί­ας και κατ’ε­πέ­κτα­ση της ε­νή­λι­κης ζω­ής. Με τα έρ­γα αυ­τής της ε­νό­τη­τας προ­σπα­θώ να α­να­δεί­ξω τον ψυ­χι­κό ε­γκλει­σμό του σύγ­χρο­νου αν­θρώ­που που ξε­κι­νά α­πό την παι­δι­κή η­λι­κί­α και ό­χι να αι­σιο­δοξή­σω α­νέ­ξο­δα.

 Λέ­νε ό­τι η από­δρα­ση ε­μπε­ριέ­χει και τη συμ­φι­λί­ω­ση με την ε­πι­στρο­φή. Μοιάζει ό­μως στους πί­να­κές σας να α­κυ­ρώ­νο­νται και τα δύ­ο…

             Για μέ­να «συμ­φι­λί­ω­ση» εί­ναι η κά­θαρ­ση, που πε­τυ­χαί­νε­ται με τον κλασι­κό τρό­πο της α­νά­δει­ξης του προ­βλή­μα­τος. Ε­άν αυ­τή εί­ναι καλ­λι­τε­χνι­κά ε­παρκής, τό­τε α­νοί­γε­ται η α­λη­θι­νή «α­πό­δρα­ση» που εί­ναι η φώ­τι­ση της συ­νεί­δησης.

 Για­τί «α­πευ­θύ­νε­στε» στα παι­διά να πουν την ι­στο­ρί­α σας; Εν­νο­ώ μέ­σω της ζω­γρα­φι­κής παι­δι­κών φι­γού­ρων.

             Για­τί πι­στεύ­ω πως ε­κεί ε­δράζο­νται ό­λες οι δο­μές του ψυ­χι­σμού του αν­θρώ­που και οι στρε­βλώ­σεις τους. Σπα­νί­ως η η­λι­κια­κή ε­νη­λι­κί­ω­ση συμ­βα­δί­ζει με την ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κή. Συ­νή­θως α­πο­μέ­νουν μέ­σα μας κομ­μά­τια του ψυ­χι­σμού μας α­νώ­ρι­μα, προ­σκο­λημ­μέ­να σε τραύ­μα­τα της παι­δι­κής η­λι­κί­ας, ό­που οι εγ­γρα­φές εί­ναι πο­λύ βα­θιές και οι γρί­φοι δυ­σε­πί­λυ­τοι. Το θέ­μα της συ­γκε­κρι­με­νης ζω­γρα­φι­κής ε­νό­τη­τας εί­ναι οι διά­φο­ρες εκ­φάν­σεις της γυ­ναι­κεί­ας παι­δι­κής η­λι­κί­ας, και η α­νά­δυση τρο­μα­κτι­κών, με­ρι­κές φο­ρές, συ­ναι­σθη­μά­των α­πό το σκο­τά­δι στο φως. Τα κορι­τσά­κια των έρ­γων μου δεν εί­ναι α­νέ­με­λα, δεν εί­ναι καν πά­ντο­τε ψυ­χι­κά παρό­ντα. Ε­πι­πλέ­ον σε ο­ρι­σμέ­να έρ­γα η παι­δι­κή πα­ρου­σί­α δη­λώ­νε­ται με­τω­νυ­μικά μέ­σα α­πό έ­να παι­χνί­δι. Αλ­λού πά­λι εμ­φα­νί­ζο­νται δια­με­σο­λα­βη­μέ­νες φασμα­τι­κές γυ­ναι­κεί­ες μορ­φές σαν εί­δω­λα μέ­σα σε κα­θρέ­φτες, ε­νώ οι ί­διες α­που­σιά­ζουν α­πό τον χώ­ρο. Μ’ αυ­τόν τον τρό­πο ε­πι­διώ­κω η ψυ­χο­γρα­φι­κή α­πό­δοση των μορ­φών στη δου­λειά μου να εί­ναι πο­λυ­­ε­πί­πε­δη· κατ’ αρ­χάς λοι­πόν το έρ­γο α­φη­γεί­ται μια ι­στο­ρί­α κι έ­πει­τα υ­πάρ­χουν τα υ­πό­λοι­πα ε­πί­πε­δα ανά­γνω­σης στα ο­ποί­α μπο­ρεί ο θε­α­τής να προ­βάλ­λει τα δι­κά του βιώ­μα­τα και τις δι­κές του ερ­μη­νεί­ες. Αυ­τό εν μέ­ρει εί­ναι και ζη­τού­με­νο, η ε­νερ­γός συμ­μετο­χή δη­λα­δή του θε­α­τή. Πα­ράλ­λη­λα οι συμ­βο­λι­σμοί, οι έ­ντο­νες το­νι­κές α­ντιπα­ρα­θέ­σεις και η α­ντι­στρο­φή των με­γε­θών δη­μιουρ­γούν μί­α αμ­φι­ση­μί­α που α­ντι­στέ­κε­ται σκό­πι­μα στην μο­νο­διά­στα­τη ερ­μη­νεί­α.

 Αν η α­πό­δρα­ση ή­ταν μια α­κρο­στι­χί­δα , α­πό ποιες άλ­λες λέ­ξεις   θα α­πο­τε­λεί­το;

             Α-α­πο­μό­νω­ση, Π-πε­ριο­ρι­σμός, Ο-ό­νει­ρο/Ο­ρί­ζο­ντας, Δ-δέ­ος /δυ­σα­ρέ­σκεια, Ρ-ρέμ­βη, Α-α­γά­πη, Σ-σιω­πή, Η-η­ώ.

Ό­λα αυ­τά μα­ζί θέ­τουν τους ό­ρους μιας «Α­πό­δρα­σης» που η μό­νη της ελ­πί­δα να ε­πι­τευ­χθεί εί­ναι μέ­σω της κα­τα­νό­η­σης.
 
Ποια θα εί­ναι τα χρώ­μα­τα, της πα­ρού­σας έκ­θε­σής σας στην Ερ­μού­πο­λη.

             Έ­χω χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σκο­τει­νά χρώ­μα­τα για τον πε­ρι­βάλ­λο­ντα χώ­ρο όπως εί­ναι η ό­μπρα και το σκού­ρο πρά­σι­νο, κρα­τώ­ντας τα φω­τει­νά για το κε­ντρικό μου θέ­μα και για το ει­σβάλ­λον φως.

 Υ­πάρ­χει κά­ποιος πί­να­κας που σας κά­νει να κλαί­τε, κά­ποιος α­πέ­να­ντι στον ο­ποί­ο μεί­να­τε πε­ρισ­σό­τε­ρη ώ­ρα α­κί­νη­τη;

              Δεν εί­ναι μό­νο έ­νας πί­να­κας, -πώς θα μπο­ρού­σε άλ­λω­στε;- αι­σθά­νο­μαι πλού­σια με­λε­τώ­ντας αρ­κε­τούς δα­σκά­λους του πα­ρελ­θό­ντος για δια­φο­ρε­τι­κούς λό­γους κά­θε φο­ρά· για πα­ρά­δειγ­μα νιώ­θω δέ­ος α­πέ­να­ντι στο μά­θη­μα α­νατο­μί­ας του Ρέ­μπρα­ντ, στην Τα­φή του κό­μη Ορ­γκάθ του Θε­ο­το­κό­που­λου, α­κι­νη­τοποιού­μαι μπρο­στά στις α­πρό­σι­τες μαρ­μα­ρω­μέ­νες γυ­ναί­κες του Ντελ­βώ, ζη­λεύ­ω το φως του Βερ­μέρ, θαυ­μά­ζω α­πε­ριό­ρι­στα την κρι­τι­κή μα­τιά αλ­λά και τα σκο­τά­δια του Γκό­για. 

 Τι πε­ρι­μέ­νε­τε α­πό το τα­ξί­δι σας στην Ερ­μού­πο­λη.

             Ό­ταν με χα­ρά α­ντα­πο­κρί­θη­κα στην πρό­σκλη­ση του ε­πι­με­λη­τή της έκ­θεσης κ. Γιάν­νη Πα­πα­φί­γκου, ή­ξε­ρα ό­τι έρ­χο­μαι σε μια ό­μορ­φη πό­λη με με­γά­λη παρά­δο­ση στην τέ­χνη και τον πο­λι­τι­σμό, στοι­χεί­α που σέ­βε­ται και καλ­λιερ­γεί με συ­νέ­πεια σε πολ­λά ε­πί­πε­δα. Ελ­πί­ζω με την ευ­και­ρί­α αυ­τής της έκ­θε­σης να ε­πι­κοι­νω­νή­σω μέ­σα α­πό τα έρ­γα μου με ό­σους πε­ρισ­σό­τε­ρους γί­νε­ται, με ό­σους εν­δια­φέ­ρο­νται να α­να­κα­λύ­πτουν διαρ­κώς νέ­ες ό­ψεις της ζω­ής και της ψυχής τους. Η ο­μορ­φιά του μοι­ρά­σμα­τος, ξέ­ρε­τε, εί­ναι με­γά­λη και α­να­ντι­κα­τάστα­τη. Θα κερ­δί­σω σί­γου­ρα α­πό την ε­πα­φή μου με τον κό­σμο και α­πό την ι­διαί­τερη μα­τιά του κά­θε ε­πι­σκέ­πτη. Άλ­λω­στε κά­τι που με εν­δια­φέ­ρει και το ε­πι­διώκω πά­ντα στις εκ­θέ­σεις μου, εί­ναι να α­κού­ω την σκέ­ψη των άλ­λων· ο τρό­πος πρό­σλη­ψης και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας ε­νός έρ­γου, ή μια άλ­λη ο­πτι­κή γω­νί­α συ­χνά ε­μπλου­τί­ζει α­κό­μα και δια­φο­ρο­ποιεί.

 Δώ­στε μας έ­να «άλ­λο τί­τλο» για την έκ­θε­σή σας.

             Θα μπο­ρού­σε να εί­ναι το δί­πολο των εν­νοιών «Πή­ρες/Κε­νό-Σκο­τά­δι/Φως», που α­πο­τε­λούν μέ­σω των πλα­στι­κών στοι­χεί­ων των έρ­γων τα ει­κα­στι­κά α­ντί­στοι­χα του ι­σχύ­ο­ντος τί­τλου. Αυ­τή θα ή­ταν η κα­θα­ρά ει­κα­στι­κή μου α­πά­ντη­ση. Άλ­λω­στε οι έν­νοιες αυ­τές με έ­χουν α­πα­σχο­λή­σει ε­πί σει­ρά ε­τών εί­τε μέ­σω α­νει­κο­νι­κών έρ­γων ό­που τον κύ­ριο ρό­λο εί­χαν οι δο­μές ό­πως σε πα­λαιό­τε­ρες ε­νό­τη­τες της δου­λειάς μου, εί­τε μέ­σω της πρό­φα­σης μιας αν­θρω­πο­κε­ντρι­κής α­φή­γη­σης ό­πως συμ­βαί­νει στην συ­γκε­κρι­μέ­νη έκ­θε­ση.

  
Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 07/01/2011 - 09:22