Συνέντευξη στη Χριστίνα Φίλη (περ. Πάροδος, τχ. 28, Ιανουάριος 2009)

 Συ­νέ­ντευ­ξη με τη Χρι­στί­να Φί­λη για το περ. Πά­ρο­δος, Ιανουάριος 2009)

 
 

 

Συ­νο­μι­λί­α με την Χρι­στί­να Φί­λη 
 
1. Πι­στεύ­ε­τε πώς η πλα­στι­κή α­φαί­ρε­ση λει­τουρ­γεί με γε­ω­με­τρι­κά σχή­μα­τα;
 Ό­χι α­πα­ραί­τη­τα, για πα­ρά­δειγ­μα στον α­φαι­ρε­τι­κό εξ­πρε­σιο­νι­σμό, δεν υ­πάρ­χει κα­θό­λου η έν­νοια της γε­ω­με­τρι­κής φόρ­μας, αυ­τό που κυ­ριαρ­χεί εί­ναι το χρώ­μα και η χει­ρο­νο­μια­κή δια­χεί­ρι­σή του. 
2. Ο Klee έ­λε­γε πως το σχέ­διο εί­ναι η τέ­χνη της πα­ρά­λει­ψης. Συμ­φω­νεί­τε μ’ αυ­τόν τον ο­ρι­σμό, τον υ­ιο­θε­τεί­ται στη δη­μιουρ­γί­α σας; 
          Το σχέ­διο πα­ρα­λεί­πο­ντας, α­να­δει­κνύ­ει. Θέ­λω να πω πως στη­ρί­ζε­ται στην παρά­λει­ψη ό­σων θε­ω­ρεί πε­ριτ­τά, προ­κει­μέ­νου να α­να­δεί­ξει τα πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στοι­χεί­α. Για το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της δου­λειάς μου ι­σχύ­ει η ρή­ση του Klee, για­τί θε­ω­ρώ την λε­πτο­μέ­ρεια συ­νή­θως α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή, άλ­λω­στε α­πό την ε­φεύ­ρε­ση της φω­το­γρα­φί­ας κι έ­πει­τα η ζω­γρα­φι­κή α­ποδε­σμεύ­ε­ται α­πό την πι­στή α­πει­κό­νι­ση και ό­λα τα συ­μπα­ρο­μαρ­τού­ντα της, ε­κτός κι αν μι­λή­σου­με για α­ντί­θε­τη ε­μπρό­θε­τη ε­πι­λο­γή με συ­γκε­κρι­μέ­νο στό­χο. Ε­ξαρ­τά­ται πά­νω σε ποια λο­γι­κή ε­στιά­ζει κά­θε φο­ρά ο ζω­γρά­φος.
 
3. Νο­μί­ζε­τε πώς η τέ­χνη πρέ­πει να α­να­δί­δει πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, αυ­τό που ο DaVinci ο­νο­μά­ζει cosamentale; 
          Εν­νο­εί­ται πως η τέ­χνη πρέ­πει να α­να­δί­δει πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, άλ­λω­στε α­πό παρό­μοιες ψυ­χι­κές και πνευ­μα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες εκ­πο­ρεύ­ε­ται. Α­λί­μο­νο στην τέ­χνη που πα­ρα­μέ­νει α­πλώς δια­κο­σμη­τι­κή και γί­νε­ται έ­να α­κό­μη στο­λί­δι στην ή­δη φλύ­α­ρη οι­κια­κή και κοι­νω­νι­κή μας ζω­ή. Φυ­σι­κά αυ­τό το στοί­χη­μα δεν κερδί­ζε­ται α­βρό­χοις πο­σί. Εν­νο­ώ ό­τι πρέ­πει να κλεί­νου­με τα αυ­τιά μας στις σει­ρή­νες της α­γο­ράς μέ­νο­ντας γε­ρά δε­μέ­νοι στο κα­τάρ­τι της τέ­χνης, ο­ποιο­δήπο­τε κι εί­ναι το τί­μη­μα. Κι έ­πει­τα χρειά­ζε­ται κα­τα­βύ­θι­ση –συ­χνά ο­δυ­νη­ρή- σε ε­σώ­τε­ρα πε­δί­α του ε­αυ­τού για να α­να­σύ­ρει ο ζω­γρά­φος και κα­τό­πιν να μορφο­ποι­ή­σει το ψυ­χι­κό υ­λι­κό σε τέ­χνη, ώ­στε να μπο­ρέ­σει να δει μέ­σα α­πό το δικό του φίλ­τρο-φα­κό τον κό­σμο, τη ζω­ή, τα τε­κται­νό­με­να.  
4. Τα ο­πτι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα τα ο­ποί­α λά­βαι­ναν οι ι­μπρε­σιο­νι­στές με την αι­σθησια­κή τους ε­πα­φή με την φύ­ση, ά­νοι­ξε το δρό­μο της ποι­κι­λό­τρο­πης ζω­γρα­φι­κής ερ­μη­νεί­ας του φυ­σι­κού χώ­ρου;
          Αν σκε­φτού­με, πως ό­λα στη ζω­γρα­φι­κή τό­τε –βρι­σκό­μα­στε στο δεύ­τε­ρο ή­μι­συ του 18ου αιώ­να και ε­πί Να­πο­λέ­ο­ντα Γ’- ή­ταν αυ­στη­ρά προ­κα­θο­ρι­σμέ­να α­πό την Α­κα­δη­μί­α Κα­λών Τε­χνών ξε­κι­νώ­ντας α­πό την θε­μα­το­λο­γί­α (θρη­σκευ­τι­κά, ι­στορι­κά θέ­μα­τα) μέ­χρι τις τε­χνι­κές (α­πα­λά χρώ­μα­τα, α­σα­φείς πι­νε­λιές), σί­γου­ρα το ό­τι τόλ­μη­σαν οι Μο­νέ, Ρε­νουάρ, Σί­σλε­ϋ και άλ­λοι, να προ­βάλ­λουν την προ­σωπι­κή τους ε­πι­λο­γή και μα­τιά, βγαί­νο­ντας α­πό την σκο­τει­νιά του ερ­γα­στη­ρί­ου και των κα­νό­νων, έ­ξω στη φύ­ση για να με­λε­τή­σουν τα παι­χνί­δια του φω­τός, ήταν μια νέ­α πρό­τα­ση, που αμ­φι­σβή­τη­σε την μέ­χρι ε­κεί­νη την στιγ­μή λει­τουργί­α της τέ­χνης. Ου­σια­στι­κά α­πό τό­τε η ζω­γρα­φι­κή έ­πα­ψε να α­πο­δί­δει μη­χα­νιστι­κά, σχε­δόν, τον κό­σμο, και άρ­χι­σε να τον ερ­μη­νεύ­ει μέ­σα α­πό την υ­πο­κει­μενι­κό­τη­τα και την ι­διο­συ­γκρα­σί­ας του κά­θε ζω­γρά­φου. Η αι­σθη­τη­ρια­κή πρό­σλη­ψη εί­ναι πά­ντα ποι­κι­λό­τρο­πη. Αυ­τή η ε­πα­να­στα­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στους Ακα­δη­μα­ϊ­κούς κα­νό­νες ο­δή­γη­σε και στην ε­ξα­το­μί­κευ­ση του 20ου αιώνα. 
 
5. Πι­στεύ­ε­τε πώς ο πλα­στι­κός χώ­ρος της Α­να­γέν­νη­σης δο­κι­μά­στη­κε ό­ταν ο Manet και ο Gauguin ε­ξε­τό­πι­σαν την τρί­τη διά­στα­ση, ο πρώ­τος με την ε­ξά­πλω­ση του φω­τός στην ε­πι­φά­νεια και ο άλ­λος με την ε­πα­ναφο­ρά, σε πε­ριο­ρι­σμέ­νη κλί­μα­κα, του κα­θα­ρού χρώ­μα­τος;  
          Ο πλα­στι­κός χώ­ρος της Α­να­γέν­νη­σης εί­ναι ε­πι­νο­η­μέ­νος, ό­πως ξέ­ρου­με η προ­οπτι­κή εί­ναι η ψευ­δαι­σθη­τι­κή α­πει­κό­νι­ση του βά­θους μέ­σω της τή­ρη­σης α­παρέ­γκλι­των κα­νό­νων. Ο Μα­νέ με τα α­σα­φή πε­ρι­γράμ­μα­τα, τα λα­μπε­ρά χρώ­μα­τα προχω­ρά­ει πέ­ρα α­πό αυ­τού του εί­δους την προ­ο­πτι­κή, δια­τη­ρεί εν μέ­ρει την νέ­α προ­ο­πτι­κή της φω­το­γρα­φί­ας, γι’ αυ­τό τα έρ­γα του δεν εί­ναι δισ­διά­στα­τα, ο χώ­ρος υ­πάρ­χει αλ­λά δεν προ­τάσ­σε­ται, κυ­ριό­τε­ρο μέ­λη­μά του εί­ναι η με­λέ­τη του φω­τός. Ό­σο για τον Gauguin, εί­ναι τό­σο ση­μα­ντι­κό το χρώ­μα στο έρ­γο του που νο­μί­ζω ό­τι δεν χω­ρά­ει καν η έν­νοια της προ­ο­πτι­κής και με αυ­τήν την έν­νοια βρί­σκε­ται κά­που στους α­ντί­πο­δες των α­να­ζη­τή­σε­ων της Α­να­γέννη­σης. Ε­πί πλέ­ον προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό έ­να άλ­λο πο­λι­τι­σμι­κό πα­ρά­δειγ­μα –το ο­ποί­ο υ­ιο­θε­τεί-, ό­πως εί­ναι η Πρω­τό­γο­νη Τέ­χνη, την συ­νει­δη­τή α­ντί­θε­σή του με τη μο­νο­πώ­λη­ση της έν­νοιας του πο­λι­τι­σμού α­πό την Δύ­ση. 
6. Νο­μί­ζε­τε πώς η α­φη­ρη­μέ­νη τέ­χνη γεν­νή­θη­κε στη νε­ο­λι­θι­κή ε­πο­χή με τα πρώτα έρ­γα πλα­στι­κής α­φαί­ρε­σης;
          Νο­μί­ζω ναι, αν και η ερ­μη­νεί­α-προ­σέγ­γι­ση πε­ρί α­φη­ρη­μέ­νης τέ­χνης εί­ναι μετα­γε­νέ­στε­ρη. Τα σα­νι­δό­μορ­φα και τα σταυ­ρό­σχη­μα ει­δώ­λια που βρέ­θη­καν στις αρ­χές του 1901 στο Σέ­σκλο και στο Δι­μή­νι κο­ντά στο Βό­λο, εί­ναι σί­γου­ρα έρ­γα α­πο­λύ­τως α­φαι­ρε­τι­κά, με ζω­γρα­φι­σμέ­να στοι­χειώ­δη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά προ­σώπου και έ­ντο­νη προ­βο­λή στοι­χεί­ων του φύ­λου –συ­νή­θως γυ­ναι­κεί­ου-, αλ­λά φαντά­ζο­μαι πως δεν υ­πήρ­ξε ε­μπρό­θε­τη α­φαί­ρε­ση μέ­σω δια­νο­η­τι­κής ε­πε­ξερ­γασί­ας, α­πλώς ή­ταν η ευ­κο­λό­τε­ρη και α­με­σό­τε­ρη ε­πι­λο­γή, δη­λα­δή προ­έ­κυ­ψε α­πό κα­θα­ρά πρα­κτι­κούς -και πι­θα­νόν θρη­σκευ­τι­κούς- λό­γους. Τε­λειό­τε­ρα δείγ­ματα της ί­διας λο­γι­κής δί­νει η Κυ­κλα­δι­κή Τέ­χνη. 
7. Η γε­ω­με­τρι­κή διάρ­θρω­ση του κό­σμου που χρη­σι­μο­ποιεί ο Cezanne κα­θώς και η δια­μέ­ρι­ση του φω­τός σε τό­νους και η­μι­τό­νια, έ­χει ε­πη­ρε­ά­σει την ζω­γρα­φι­κή σας; 
          Η σκέ­ψη του Cezanne έ­χει γο­νι­μο­ποι­ή­σει γε­νιές καλ­λι­τε­χνών και κι­νη­μά­των για­τί υ­πήρ­ξε πο­λυε­πί­πε­δη. Ί­σως κά­ποια α­κτί­να της να έ­φτα­σε και στη δι­κή μου ζω­γρα­φι­κή. Τώ­ρα που το λέ­τε μάλ­λον ναι, με έ­χει ε­πη­ρε­ά­σει, με έ­χει ζυ­μώ­σει, αλ­λά με έ­ναν τρό­πο οι­κεί­ω­σης και α­φο­μοί­ω­σης, ό­χι ε­ξω­τε­ρικού ε­πι­φα­νεια­κού δα­νεί­ου. Πά­ντο­τε με α­πα­σχο­λού­σε η σύν­θε­ση και η γε­ω­με­τρική-σχη­μα­τι­κή ι­σορ­ρο­πί­α ή έ­ντα­ση -α­να­λό­γως- του έρ­γου. Ε­πί­σης θε­ω­ρώ το φως πο­λύ ση­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο στο ει­κα­στι­κό λε­ξι­λό­γιο και η δια­χεί­ρι­σή του μέσω τό­νων και η­μι­το­νί­ων εί­ναι πα­ρού­σα σε ό­λες τις πε­ριό­δους της δου­λειάς μου. 
 
8. Θε­ω­ρεί­τε πώς ό­ταν η λε­πτο­μέ­ρεια, το υ­πο­σύ­νο­λο, διεκ­δι­κεί πρω­τα­γω­νι­στικό ρό­λο και δί­δει άλ­λη αι­σθη­τι­κή α­ξί­α στο έρ­γο τέ­χνης, αλ­λά­ζει η θε­ώ­ρη­ση της σύγ­χρο­νης ζω­γρα­φι­κής;
          Αν πά­ει ο νους μας πί­σω στον Μο­νέ και στις πο­λυά­ριθ­μες πα­ραλ­λα­γές στα Νού­φα­ρά του σε κο­ντι­νό πλά­νο –ζουμ-, ναι αλ­λά­ζει η θε­ώ­ρη­ση της ζω­γρα­φι­κής, έχου­με πλέ­ον ορ­γά­νω­ση χρω­μα­τι­κών πα­ρα­θέ­σε­ων και ό­χι θέ­μα, ε­πο­μέ­νως α­νοίγε­ται ο δρό­μος για την Α­φη­ρη­μέ­νη ζω­γρα­φι­κή του 20ου αιώ­να. Πέ­ρα απ’ αυ­τό νο­μί­ζω πως η προ­βο­λή της λε­πτο­μέ­ρειας έ­χει σχέ­ση με την πρό­τα­ξη της υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τας, της προ­σω­πι­κή μα­τιάς που ε­πι­λέ­γει να προ­βά­λει πχ. αυ­τό κι ό­χι ε­κεί­νο, και αυ­το­μά­τως η ε­πι­κοι­νω­νί­α με τον δη­μιουρ­γό του έρ­γου γί­νε­ται πιο ά­με­ση. Στή­νε­ται έ­να άρ­ρη­τος διά­λο­γος α­νά­με­σα στον θε­α­τή και τον ζω­γρά­φο. 
9. Για να λει­τουρ­γή­σει ο καλ­λι­τέ­χνης πρέ­πει α­πα­ραί­τη­τα να λυ­τρω­θεί α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;
          Να λυ­τρω­θεί; Ό­χι. Α­ντι­θέ­τως η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τρο­φο­δο­τεί με υ­λι­κό τον καλλι­τέ­χνη, που στη συ­νέ­χεια το δια­χει­ρί­ζε­ται α­νά­λο­γα με τους στό­χους του, άλλο­τε κρί­νο­ντας και κα­ταγ­γέ­λο­ντας, άλ­λο­τε με­τα­πλά­θο­ντας. Ο Σο­σια­λι­στικός ρε­α­λι­σμός εί­ναι έ­να κα­κό πα­ρά­δειγ­μα –λό­γω του ό­τι η τέ­χνη έ­χα­σε το στοί­χη­μα της καλ­λι­τε­χνι­κής της αυ­το­δια­χεί­ρι­σης και κα­τέ­λη­ξε έ­να στεί­ρο εργα­λεί­ο-φε­ρέ­φω­νο υ­λο­ποί­η­σης πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κών ε­πι­τα­γών που α­ντλή­θηκαν α­πό την τό­τε πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Φυ­σι­κά υ­πάρ­χουν κι άλ­λες πη­γές, υ­πάρ­χουν καλ­λι­τέ­χνες που δεν συν­δια­λέ­γο­νται με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (ι­στο­ρι­κή ή κοι­νω­νι­κή) αλ­λά με τον ψυ­χι­κό κό­σμο του αν­θρώ­που, ή με κα­θα­ρές έν­νοιες χω­ρίς συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τί­α, ή α­κό­μα α­πλώς (πράγ­μα που εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο) με την δια­χεί­ρι­ση των πλα­στι­κών στοι­χεί­ων.  
 
10. Πι­στεύ­ε­ται πώς με την δη­μιουρ­γί­α ο καλ­λι­τέ­χνης ε­πι­χει­ρεί να εμ­βα­θύ­νει στο μυ­στή­ριο της ύ­παρ­ξης;
          Η τέ­χνη, του­λά­χι­στον στον δυ­τι­κό κό­σμο, που έ­χει την πο­λυ­τέ­λεια να εί­ναι ελεύ­θε­ρη α­πό δόγ­μα­τα πο­λι­τι­κά ή θρη­σκευ­τι­κά, μέ­σω των ε­πι­λο­γών της νο­μί­ζω ό­τι αυ­τό α­κρι­βώς κά­νει. Ή θα έ­πρε­πε να κά­νει. Η δια­χεί­ρι­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας ό­μως δυ­στυ­χώς πα­ρου­σιά­ζει προ­βλή­μα­τα, τα ’χει πει ω­ραί­α ο Φρομ, για­τί πολύ συ­χνά συμ­βαί­νει το α­κρι­βώς α­ντί­θε­το, ό­ταν ο καλ­λι­τέ­χνης υ­πο­κύ­πτει στις ε­πι­τα­γές της α­γο­ράς, ή στις ευ­κο­λί­ες της η­μι­μά­θειας ή α­κό­μα και του ε­ντυπω­σια­σμού. Μέ­σα στην γε­νι­κό­τε­ρη α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση και α­πο­ϊ­ε­ρο­ποί­η­ση του Δυτι­κού κό­σμου, συ­χνά χά­νε­ται η βα­θύ­τε­ρη λει­τουρ­γί­α της τέ­χνης, που εί­ναι να α­να­σύ­ρει και να α­να­συν­θέ­τει κομ­μά­τια α­πό το πο­λύ­πτυ­χο μυ­στή­ριο της ύ­παρξης. Για­τί, ουκ επ’ άρ­τω μό­νο ζή­σε­ται άν­θρω­πος. Η τέ­χνη λοι­πόν ε­πι­ση­μαίνει, προ­βλη­μα­τί­ζει, λυ­τρώ­νει και στις ευ­τυ­χέ­στε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις ο­δη­γεί στην κά­θαρ­ση. Ό­μως ο ζω­γρά­φος ε­κεί­νη την ώ­ρα μπρο­στά στο λευ­κό τε­λά­ρο του, ίσως άλ­λα να έ­χει στο νου του, πιο ε­πεί­γο­ντα και πιο πρα­κτι­κά, αλ­λά κι αυ­τό ακό­μη μπο­ρεί να λει­τουρ­γεί αυ­το­μά­τως θε­ρα­πευ­τι­κά.  
11. Σε αρ­κε­τά α­πό τα έρ­γα σας πα­ρα­τη­ρώ ό­τι δί­νε­τε με­γά­λη ση­μα­σί­α στο φό­ντο, έχω μά­λι­στα την αί­σθη­ση συ­χνά ό­τι έ­χει με­γα­λύ­τε­ρη υ­λι­κό­τη­τα α­πό το κυ­ρί­ως θέ­μα, α­κό­μα κι α­πό την αν­θρώ­πι­νη φι­γού­ρα. Τι α­κρι­βώς ση­μαί­νει αυ­τή η ε­πι­λογή;
          Βα­σι­κός ά­ξο­νας του σκε­πτι­κού μου σ’ αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση εί­ναι η δυ­να­μι­κή διε­ρεύ­νη­ση της δια­λε­κτι­κής τού πλή­ρους (κυ­ρί­ως θέ­μα-φόρ­μα) και του κε­νού (φό­ντο), με α­πο­τέ­λε­σμα η υ­φή του χρώ­μα­τος να εί­ναι πυ­κνό­τε­ρη άλ­λο­τε στο φόντο και άλ­λο­τε στο κε­ντρι­κό θέ­μα. Στον πα­ρα­δο­σια­κό τρό­πο α­πει­κό­νι­σης η ανθρώ­πι­νη φι­γού­ρα έ­χει με­γα­λύ­τε­ρη υ­λι­κό­τη­τα σε σχέ­ση με το φό­ντο, λοι­πόν τώ­ρα, μέ­σα α­πό την α­να­τρο­πή αυ­τής της σχέ­σης και μέ­σα α­πό την α­ντι­στι­κτι­κή ορ­γά­νω­ση των υ­λι­κών θέ­λω να α­πο­δώ­σω τις έν­νοιες του χρό­νου, της διάρ­κειας και της φθο­ράς, που με α­πα­σχο­λούν πο­λύ. Η υ­λι­κό­τη­τα, ό­πως πο­λύ σω­στά ε­πιση­μά­να­τε, του φό­ντου, προ­σπα­θεί να α­να­δεί­ξει α­κρι­βώς αυ­τό. Δη­λα­δή, πό­σο πιο βα­ρύ εί­ναι τε­λι­κά το φορ­τί­ο της μη ύ­λης, α­πό την υ­πο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νη -μέ­σα από την φόρ­μα ε­νός αν­θρώ­που- ύ­λη.  
12. Για την δη­μιουρ­γί­α ε­νός έρ­γου τί προ­η­γεί­ται η ι­δέ­α ή τα πλα­στι­κά στοι­χεί­α που ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται ο ζω­γρά­φος την συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­ο­δο.
          Α­νά­λο­γα την πε­ρί­ο­δο. Πό­τε προ­η­γεί­ται η ι­δέ­α και τα πλα­στι­κά στοι­χεί­α υ­ποτάσ­σο­νται σ’ αυ­τήν, και πό­τε εί­ναι οι α­ξί­ες των ί­διων των πλα­στι­κών στοιχεί­ων που α­να­ζη­τώ. Για πα­ρά­δειγ­μα η ι­σορ­ρο­πί­α των τό­νων ή των χρω­μα­τι­κών κη­λί­δων, πού δη­λα­δή πέ­φτει το βά­ρος της σύν­θε­σης, ή πώς μπο­ρεί να ι­σορ­ρο­πήσει έ­να στοι­χεί­ο έ­ντα­σης μέ­σα στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ζω­γρα­φι­κή ε­πι­φά­νεια κάθε φο­ρά. Αυ­τού του τύ­που η α­να­ζή­τη­ση φαί­νε­ται πιο κα­θα­ρά ό­ταν το έρ­γο εί­ναι α­νει­κο­νι­κό. Φυ­σι­κά πα­ρό­μοια έ­ρευ­να σύν­θε­σης κά­νω και στις πε­ρι­πτώ­σεις που έ­χει προ­η­γη­θεί η ι­δέ­α, α­πλώς ε­κεί ό­πως εί­πα­με τα πλα­στι­κά στοι­χεί­α έ­πονται και την στη­ρί­ζουν, την υ­πη­ρε­τούν.  
 
13. Ε­κτός α­πό ζω­γρα­φι­κή σε τε­λά­ρο έ­χε­τε κά­νει πα­λιό­τε­ρα και εκ­θέ­σεις με ε­γκα­τα­στά­σεις στο χώ­ρο. Ποια α­νά­γκη σας ο­δή­γη­σε σ’ αυ­τό;
          Πι­στεύ­ω ό­τι εί­ναι κα­λό ο καλ­λι­τέ­χνης να ε­ρευ­νά τα ό­ρια της ει­κα­στι­κής γλώσ­σας μέ­σα α­πό δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές. Η ε­γκα­τά­στα­ση στο χώ­ρο με το ά­πλω­μα στην τρί­τη διά­στα­ση ή­ταν -και πα­ρα­μέ­νει- με­γά­λη. Άλ­λω­στε υ­πάρ­χουν έν­νοιες που δεν μπο­ρούν να ξε­δι­πλω­θούν ε­παρ­κώς στο τε­λά­ρο, π.χ. η έν­νοια του χρό­νου, ή της διάρ­κειας, που λέ­γα­με πριν. Ε­πί­σης η χρή­ση νέ­ων υ­λι­κών έ­χει εν­δια­φέρον για μέ­να, για­τί νο­μί­ζω πως εί­ναι χρή­σι­μο ο καλ­λι­τέ­χνης να δο­κι­μά­ζει και να μπο­ρεί να ε­λέγ­χει τα υ­λι­κά του και τις δια­στά­σεις των έρ­γων του ό­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο, α­πό το κάρ­βου­νο μέ­χρι το λά­δι, και α­πό τη μι­κρο­γρα­φί­α μέ­χρι το τε­λά­ρο με­γά­λων δια­στά­σε­ων, μέ­χρι να έρ­θει η στιγ­μή που ί­σως κα­ταλή­ξει σε κά­ποια.  
14. Κα­τά και­ρούς έ­χε­τε α­σχο­λη­θεί και με την σκη­νο­γρα­φί­α, τι σας ώ­θη­σε;
          Κατ’ αρ­χάς η α­γά­πη για τα θε­α­τρι­κά κεί­με­να που ζω­ντά­νευαν στην φα­ντασί­α μου α­πό μι­κρό παι­δί ό­ταν πα­ρα­κο­λου­θού­σα α­πό το ρα­διό­φω­νο το Θέ­α­τρο της Δευ­τέ­ρας. Έ­πει­τα πά­ντα α­πο­τε­λεί πρό­κλη­ση η ε­φαρ­μο­σμέ­νη τέ­χνη. Έ­χει την γο­η­τεί­α του ζω­ντα­νού και της ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τον θε­α­τή μέ­σα α­πό έ­ναν άλ­λο δρό­μο. 
15. Η τε­λευ­ταί­α πε­ρί­ο­δος της δου­λειάς σας θέ­τει τους ί­διους προ­βλη­μα­τι­σμούς με τις προ­η­γού­με­νες;
          Θα έ­λε­γα ό­τι περ­νά­ει σε κά­τι άλ­λο ή κα­λύ­τε­ρα προ­σθέ­τει έ­να πιο ευα­νά­γνωστο στοι­χεί­ο στα ή­δη υ­πάρ­χο­ντα. Α­πο­κτά μια κά­πως α­φη­γη­μα­τι­κή διά­θε­ση, δίνει πε­ρισ­σό­τε­ρα κλει­διά στον θε­α­τή. Χαρ­το­γρα­φεί έ­να σύ­νο­λο συμ­βό­λων, αλ­λά δεν πα­ρα­μέ­νει στην ε­ξω­τε­ρι­κή ό­ψη των πραγ­μά­των. Εμ­φα­νί­ζε­ται η αν­θρώ­πι­νη φι­γού­ρα πιο ευ­διά­κρι­τη μεν τώ­ρα, αλ­λά ό­χι ε­ντε­λώς αυ­τή καθ’ ε­αυ­τή. Πρό­κει­ται για ψυ­χο­γρα­φή­μα­τα, ό­χι για πρό­σω­πα. Με το φως πά­ντα σε πρω­τα­γω­νι­στικό ρό­λο να δια­τρέ­χει -αν και με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο- τα έρ­γα.
  
Περ. Πά­ρο­δος, 2009-01-01, Η­ρώ Νι­κο­πού­λου συ­νο­μι­λεί με την Χρι­στί­να Φί­λη.
     
      
   
                                
 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 07/01/2011 - 09:33