Ο Γιάννης Παπαφίγκος γιά τόν κατάλογο της έκθεσης "Δωμάτια-Ένοικοι-Ανοίγματα", 2010

  

Τεχνοκριτικό κείμενο με αφορμή την έκθεση
 
«Δωμάτια-΄Ενοικοι-Ανοίγματα»
         Η μα­κρό­χρο­νη και δη­μιουρ­γι­κή πα­ρου­σί­α της Η­ρώς Νικο­πού­λου στα ει­κα­στι­κά δρώ­με­να, έ­χει συμ­βάλ­λει στη δια­μόρ­φω­ση μιας καλ­λι­τε­χνι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας ώ­ρι­μης, με ι­διαί­τε­ρο λε­ξι­λό­γιο και δι­κό της κόσμο. Έ­να κό­σμο που τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει ι­σχυ­ρό συ­γκι­νη­σια­κό και υ­παρ­ξια­κό βίω­μα. Με μια άρ­τια τε­χνι­κή, που ξέ­ρει να α­πο­κα­λύ­πτει τη σο­φί­α της, α­πέ­δει­ξε ό­τι μπο­ρεί να με­τα­φρά­ζει τα συ­ναι­σθή­μα­τά της σε ζω­γρα­φι­κές ει­κό­νες, πού εμ­βα­θύ­νουν προ­βλη­μα­τι­σμούς και ε­ντεί­νουν το νο­η­τι­κό τους πε­ριε­χό­με­νο.
        Στην πα­ρού­σα ε­νό­τη­τα έρ­γων η ζω­γρά­φος πέ­ρα α­πό το σα­φή αν­θρω­πο­κε­ντρικό της προ­σα­να­το­λι­σμό, ε­στιά­ζει την καλ­λι­τε­χνι­κή της ευαι­σθη­σί­α ει­δι­κότε­ρα στην πε­ρί­ο­δο της παι­δι­κής η­λι­κί­ας, κα­θώς μέ­σα α­πό σα­φείς με­τω­νυ­μι­κές α­να­φο­ρές, υ­πο­δη­λώ­νε­ται μια πα­ρα­βια­σμέ­νη και κα­τα­πιε­σμέ­νη παι­δι­κό­τη­τα. Εκ­φρα­στι­κά μνη­μεί­α της ύ­παρ­ξης στέ­κουν με σο­βα­ρό­τη­τα, αυ­στη­ρό­τη­τα, συ­χνά με γλυ­κό­πι­κρο μει­δί­α­μα, ε­νώ πα­ρου­σιά­ζο­νται ως κα­θρέ­φτης του ε­σω­τε­ρι­κού, του μύ­χιου ψυ­χι­σμού τους.
        Α­πο­δί­δει τις συ­γκε­κρι­μέ­νες αν­θρώ­πι­νες μορ­φές υ­ψο­με­τρι­κά, τις ε­ντάσ­σει σε σω­στά ορ­γα­νω­μέ­νους και δο­μη­μέ­νους κλει­στο­φο­βι­κούς ε­σω­τε­ρι­κούς χώ­ρους, που προ­ε­κτεί­νουν την ψυ­χο­γρα­φι­κή τους α­πό­δο­ση, στρι­μωγ­μέ­νες συ­νήθως στις γω­νί­ες, φα­νε­ρώ­νο­ντας έ­τσι τον ε­γκλω­βι­σμό που αυ­τές έ­χουν υ­πο­στεί. Ο­πό­τε αυ­τό­μα­τα, σαν α­ντί­δρα­ση δη­μιουρ­γεί­ται η ε­πι­θυ­μί­α της α­πό­δρα­σης.Ε­δώ η καλ­λι­τέ­χνι­δα τους πα­ρέ­χει αυ­τή τη δυ­να­τό­τη­τα με ποι­κίλ­λα μέ­σα, μόνο που αυ­τά κρί­νο­νται α­τε­λέ­σφο­ρα ό­σον α­φο­ρά την ε­πί­τευ­ξη του στό­χου τους (πο­λύ μι­κροί φεγ­γί­τες, υ­πέρ­με­τρα υ­ψη­λοί τοί­χοι σε σχέ­ση με τη σω­μα­τι­κή τους διά­πλα­ση, στε­νές πόρ­τες)· έ­τσι η δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής φα­ντά­ζει α­νέ­φικτη. Δια­φαί­νε­ται ε­πι­πρό­σθε­τα η ε­πι­θυ­μί­α της δη­μιουρ­γού – προσ­δί­δο­ντας αλ­λη­γο­ρι­κές και πνευ­μα­τι­κές δια­στά­σεις στο έρ­γο της – να ε­κλη­φθεί η α­νάγκη φυ­γής τους σαν μια ευ­και­ρί­α για γνώ­ση, μά­θη­ση, α­να­κά­λυ­ψη.
         Με το έρ­γο της α­πό τη χα­ο­τι­κή συσ­σώ­ρευ­ση και διά­χυ­ση α­συμ­βί­βα­στων εικό­νων, συμ­βό­λων,  ει­δώ­λων α­που­σών μορ­φών και αμ­φι­ση­μιών, που λο­γι­κά συ­γκρού­ο­νται με­τα­ξύ τους, ε­πι­τυγ­χά­νει με α­πρό­σμε­νο τρό­πο να με­τα­λα­μπα­δεύ­σει την ε­νέρ­γεια της σύ­γκρου­σης, χω­ρίς να ε­ξου­δε­τε­ρώ­νο­νται οι αμ­φίρ­ρο­πες δυνά­μεις που την πα­ρά­γουν. Α­κό­μη κι αν προ­κα­λεί­ται η πα­ρέμ­βα­ση του θε­α­τή στην α­φο­μοί­ω­ση του προ­σφε­ρό­με­νου υ­λι­κού, στην ου­σί­α δεν προ­κα­λεί την ψευ­δαίσθη­ση της ει­κα­στι­κής υ­πό­στα­σης του υ­πο­κει­μέ­νου, ό­σο στη δη­μιουρ­γί­α της πε­ποί­θη­σης ό­τι στην τέ­χνη – ό­πως και στη ζω­ή – πά­ντα λει­τουρ­γεί έ­να ο­ριακό ση­μεί­ο ό­που ε­ξι­σορ­ρο­πεί το τε­τε­λε­σμέ­νο με το α­τε­λές. Με άλ­λα λό­για η στε­νή ε­πα­φή με το έρ­γο δεν ε­πι­φέ­ρει την α­πό­λυ­τη κα­τάρ­ρι­ψη του ο­ρια­κού ση­μεί­ου ό­που η τέ­χνη πρέ­πει και μπο­ρεί να συ­νε­χί­σει να υ­φί­στα­ται. Κα­ταρ­ρί­πτονται και σω­στά τα ό­ρια πού δια­με­λί­ζουν την υ­ψη­λή α­πό τη χα­μη­λή τέ­χνη, το <<μο­να­χι­κό>> κό­σμο του καλ­λι­τέ­χνη α­πό τη σύγ­χυ­ση της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής, το ε­κλε­κτι­κό α­πό το μα­ζι­κό.
        Το με­γά­λο ό­μως στοί­χη­μα της ζω­γρά­φου, ό­πως δια­πι­στώ­νε­ται α­πό τα έρ­γα, παί­ζε­ται γύ­ρω α­πό τη λει­τουρ­γί­α του φω­τός. Αυ­τό με­του­σιώ­νει το χρώ­μα και το χώ­ρο, με­τα­τρέ­πο­ντας κυ­ρί­ως την αν­θρώ­πι­νη μορ­φή σε αυ­τό­φω­το η­μι­διά­φα­νο εί­δω­λο, που α­κτι­νο­βο­λεί σαν ο­πτα­σί­α. Αυ­τή που υ­πα­γο­ρεύ­ει και ε­πι­τάσ­σει, πλή­θος ε­σω­τε­ρι­κευ­μέ­νων δο­νή­σε­ων, που α­να­δύ­ο­νται στη ζω­γρα­φι­κή ε­πι­φά­νεια με ό­λη τη φα­ντα­σμα­γο­ρι­κή τους με­γα­λο­πρέ­πεια, γε­φυ­ρώ­νο­ντας τους αρ­χαί­ους κλασ­σι­κούς τρό­πους έκ­φρα­σης με την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα.
        Το προ­σχέ­διο εί­ναι ση­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο στη δου­λειά της, α­φού ε­ξυ­πη­ρε­τεί την α­νά­πτυ­ξη της σύν­θε­σης. Δου­λεύ­ει συ­νή­θως με πι­νέ­λο, ε­νώ προ­τι­μά τα λάδια και α­κρυ­λι­κά. Οι πολ­λα­πλές ε­πι­στρώ­σεις του υ­λι­κού α­πο­κα­λύ­πτουν μια μα­τιέ­ρα πλού­σια σε υ­φή και πυ­κνό­τη­τα, ε­νώ η χει­ρο­νο­μια­κή της γρα­φή, α­πο­τυπώ­νει συ­νή­θως πρώ­τα τα σκο­τει­νά ση­μεί­α της ζω­γρα­φι­κής ε­πι­φά­νειας, ε­νώ τα φω­τει­νά έ­πο­νται. Η ευ­ρη­μα­τι­κή και δε­ξιο­τε­χνι­κή χρή­ση της φω­το­σκί­α­σης διευ­κο­λύ­νει την α­νά­γλυ­φη α­νά­δει­ξη των μορ­φών.
        Η ζω­γρα­φι­κή της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου δια­κρί­νε­ται για την πει­ρα­μα­τι­κή της διά­θε­ση, τη διαι­σθη­τι­κή της προ­σέγ­γι­ση σε συν­δυα­σμό με το δι­φο­ρού­με­νο και το αι­νιγ­μα­τι­κό. Η πρό­τα­σή της πρω­τό­τυ­πη, εν­δο­σκο­πι­κή και αυ­θε­ντι­κή, στηρί­ζε­ται τό­σο στην α­ξιο­πι­στί­α της φόρ­μας ό­σο και στην α­λή­θεια της ι­δέ­ας.
                                                                         Γιάν­νης  Κ.  Πα­πα­φί­γκος

                                                                 Κρι­τι­κός τέ­χνης – Μέ­λος της A.I.C.A 

Τελευταία Ανανέωση:
Δευ, 04/14/2014 - 09:45