Συνέντευξη στην 'Αρτεμη Καρδουλάκη γιά την έκθεση ζωγραφικής (στην ψηφιακή έκδοση, εφ. Τα Νέα της Τέχνης, ArtNews.gr, 02.05.2014)

 

 

 

 

 

 
 
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 02 ΜΑΙΟΣ 2014 12:01 Άρτεμις Καρδουλάκη
Συνέντευξη: Άρτεμις Καρδουλάκη
 
Ψυχογραφίες σε κλειστούς, γεωμετριμένους χώρους με μικρά ανοίγματα, φιλοτέχνησε η Ηρώ Νικοπούλου. Πρόκειται για έργα που ερευνούν τον εσωτερικό κόσμο των μεγάλων και των μικρών που εξέθεσε στην γκαλερί Περιτεχνών τον περασμένο Μάρτιο. Τα βασικά έργα που εξέθεσε, καθώς και τα όσα την απασχολούν σε μια δουλειά παραστατική αλλά όχι ρεαλιστική, αναλύει στην παρακάτω συνέντευξη.
 
Εξήγησέ μου την σημασία του τίτλου που έχεις βάλει στην έκθεση που έκανες πρόσφατα στην γκαλερί Περιτεχνών.
 
Ο τίτλος γενικότερα δηλώνει τον θεματικό άξονα πάνω στον οποίο δουλεύω κάθε φορά, μια που θεωρώ πολύ σημαντικό το στοιχείο της ενότητας μιας ομάδας έργων. Κάθε φορά διαπραγματεύομαι ένα συγκεκριμένο θέμα πάνω στο οποίο αρθρώνονται όλα τα έργα της έκθεσης. Ο συγκεκριμένος τίτλος «Δωμάτια-Ένοικοι-Ανοίγματα» έχει τρεις παραμέτρους, τουλάχιστον. Τον εσωτερικό χώρο, την ανθρώπινη παρουσία -ή απουσία αναλόγως, και την δυνατότητα καθώς και τους τρόπους επικοινωνίας με τον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο. 
– Τα έργα σου έχουν ένα μεταφυσικό χαρακτήρα. Οι χώροι σου είναι κλειστοί με ένα μικρό άνοιγμα και τα χρώματά σου μουντά. Γιατί;   
Το Δωμάτιο ως εσωτερικός χώρος συμβολίζει τον ψυχικό μας κόσμο. Επομένως, οι χώροι των «Δωματίων» μου είναι πρωτίστως ψυχικοί χώροι και ως τέτοιοι δεν έχουν καθόλου ρεαλιστική απεικόνιση και χρήση. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ κι αυτή την αντιστροφή των μεγεθών μεταξύ «Δωματίων» και «Ενοίκων», που είναι η δεύτερη έννοια του τίτλου, δηλαδή δημιουργώ μεγάλες φιγούρες σε μικρούς, ασφυκτικούς χώρους. Οι «Ένοικοι» υπάρχουν ως πρόσωπα—ή έστω ως είδωλα προσώπων, όπως συμβαίνει στα έργα με τους καθρέφτες—σε όλα τα έργα ωστόσο, ο τρόπος που απεικονίζονται δεν είναι ρεαλιστικός αλλά ψυχογραφικός και ευρύτερα συμβολικός. Το ψυχογραφικό στοιχείο εντείνεται και από τον τρόπο που διαχειρίζομαι το φως που μπαίνει από τα «Ανοίγματα», την τρίτη έννοια αυτής της ζωγραφικής ενότητας, που υποδηλώνει τη δυνατότητα Εισόδου-Εξόδου και των «Ενοίκων» αλλά και του Φωτός φυσικά. Επιπλέον, επειδή τα «Ανοίγματα» αυτά είναι πάντοτε δυσανάλογα σε σχέση με την δομή του υπόλοιπου χώρου, είτε πολύ μικρά είτε πολύ ψηλά, αυτό έχει ως αποτέλεσμα το φως που απεικονίζεται να έχει αμφίσημο χαρακτήρα, κάπου είναι ελπιδοφόρο, αλλού αινιγματικό ή ακόμα και απειλητικό.
Όσο για τα χρώματα, που με ρωτάς, χρησιμοποιώ τα γαιώδη στο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ενότητας, που ισορροπούν και φωτίζονται από άλλα έντονα καθαρά χρώματα, όπως είναι το κόκκινο ή το πράσινο στα σημεία που πρέπει, εκεί δηλαδή που επιλέγω να ρίξω το βάρος των συμβολισμών και των εννοιών που διαχειρίζομαι μέσω των πλαστικών μου στοιχείων, π.χ. χρησιμοποιώ το έντονο λαμπερό κόκκινο για το νήμα του αμολυμένου, μέσα από το παράθυρο, χαρταετού της έγκλειστης «Μικρής Αριάδνης», που αντί να προσφέρει λυτρωτικό μίτο απελευθέρωσης σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο του Μινώταυρου, βρίσκεται η ίδια κλεισμένη σ’ ένα «Δωμάτιο» με γαιώδη χρώματα.
Έτσι τα σκούρα γαιώδη χρώματα χρωματίζουν και χρωματίζονται, αναδεικνύουν και αναδεικνύονται μέσω των υπολοίπων αλλά και μέσω των σχημάτων τα οποία ντύνουν κάθε φορά. 
 
Βάζεις ανθρώπους, μικρά παιδιά σαν κούκλες με πρόσωπα μεγάλων. Γιατί; Είναι η χαμένη παιδικότητα του σύγχρονου ανθρώπου;
 
Πιστεύω ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάπου κρυμμένο το μικρό παιδί που υπήρξε κάποτε. Κι εκεί στριμωγμένο στη γωνιά του άλλοτε κρύβει από φόβο τις ευαισθησίες και τις αδυναμίες του, άλλοτε τα απωθημένα και επομένως άλυτα τραύματά του, ή εκεί μπορεί να έχει θησαυρίσει ακόμα και την πιο γνήσια αθωότητά του. Σίγουρα δεν έχω ζωγραφίσει παιδιά, δεν ήταν αυτός ο στόχος μου. Η παράξενη αγκυλωμένη κίνηση των μελών τους, που τα κάνει να μοιάζουν κάπως με κούκλες, συμβολίζει την μη ολοκλήρωση της ψυχής, την ανηλικότητα του ατόμου. Γι’ αυτό τα πρόσωπά τους και οι εκφράσεις τους είναι αναντίστοιχες του παιδικού τους σώματος, και το βλέμμα τους συνήθως είναι στραμμένο προς τα μέσα, σ’ έναν δυνάμει εσωτερικό μονόλογο που εξελίσσεται σ’ έναν άχρονο χρόνο. Άλλωστε είναι ολοφάνερο πως οι συνθήκες του σύγχρονου τρόπου ζωής, ιδιαίτερα στην πόλη, δεν αφήνουν περιθώρια στην πολυτέλεια κάποιας αθώας παιδικότητας. Πιστεύω όμως πως φέρνοντας τα πράγματα στο φως έχουμε περισσότερες πιθανότητες να τα δούμε και ίσως να τα προχωρήσουμε μέσα μας, για παράδειγμα, κατανοώντας τον εαυτό μας μπορούμε και κατανοούμε περισσότερο και τους άλλους, αυξάνεται η ανεκτικότητά μας, η αλληλεγγύη μας και τέλος η αγάπη. Μέσα από το καθρέφτισμα, το μαγικό αυτό δώρο της τέχνης.
 
Οι χώροι σου επίσης είναι γεωμετρικοί. Γιατί;
 
Πάντοτε με ενδιέφερε η οργάνωση του ζωγραφικού χώρου. Η δομή που υπάρχει κάτω από τα αφηγηματικά στοιχεία. Η κρυφή σκαλωσιά πίσω από την ιστορία. Έχω μελετήσει αρκετά την «κρυμμένη γεωμετρία» στα έργα των παλιών μεγάλων δασκάλων και με έχει γοητεύσει η σοφία με την οποία είναι χτισμένα. Ακόμη και σε αφαιρετικά έργα μπορούμε κάποιες φορές να το βρούμε αυτό. Πριν λοιπόν αρχίσω να ζωγραφίζω ένα έργο, έχω προηγουμένως μελετήσει σε προσχέδια το στήσιμό του και τον εσωτερικό διάλογο των πλαστικών στοιχείων του. Έπειτα, πάνω σ’ αυτό το κρυμμένο πλέγμα ακουμπώ τις μορφές, το ντύνω, δημιουργώντας ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης μέσω της αφήγησης, τα υπόλοιπα επίπεδα εάν και εφόσον υπάρχουν θα αναδυθούν αργότερα ανάλογα και με τις πολλαπλές αναγνώσεις που κάνουν όσοι τα βλέπουν. Και με ενδιαφέρει ξέρεις πάρα πολύ αυτό, να ακούω δηλαδή κάθε φορά πώς εισπράττει κάποιος ένα έργο μου. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να διατυπώσει ένα έργο, συχνά και ερήμην του δημιουργού του. Τώρα όσον αφορά στην συγκεκριμένη επιλογή του Δωματίου-Κουτιού, πιστεύω πως μέσω αυτού του σχήματος αποδίδεται καλύτερα η έννοια του εγκλωβισμού και της ψυχικής καθήλωσης, της κρυφής αγωνίας και της ανερώτησης που θέλω να υποβάλλω. Επίσης, πολύ συχνά, στήνοντας το θέμα μου πάνω σε μια διαγώνιο, αξιοποιώ την αντίθεση που προκύπτει με τα υπόλοιπα εσωτερικά σχήματα που δημιουργούνται και έτσι γίνεται πιο δραστική η ένταση ανάμεσά τους.
 
Έχεις ένα έργο με πολλά μωρά που τα βλέπουμε από πίσω να προχωρούν προς ένα φωτεινό Άνοιγμα που βρίσκεται στο κέντρο του έργου και μόνο ένα κοιτάζει προς τον θεατή. Τι συμβολίζει αυτό το έργο;
 
Ο τίτλος του έργου είναι «Τα Χριστούγεννα των κλώνων», αλλά ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε τον τίτλο, παρατηρούμε ότι τα μωρά είναι ολόιδια, φορούν τα ίδια ρούχα, έχουν την ίδια στάση και κυρίως την ίδια κατεύθυνση, μπουσουλάνε προς μια καμάρα, ένα «Άνοιγμα» που βρίσκεται στο κέντρο του πίνακα απ’ όπου μπαίνει γλυκό, παρηγορητικό φως. Μόνο ένα μωρό γυρνάει το κεφαλάκι του και κοιτάζει τον θεατή. Πιστεύω πως η εξέλιξη της επιστήμης δεν έχει πάντοτε μόνο θετικά αποτελέσματα. Η κλωνοποίηση εδώ και δεκαετίες είναι γεγονός, το πότε και το πως θα φτάσει και στον άνθρωπο είναι ζήτημα χρόνου. Με αυτό το έργο λοιπόν, θέτω ένα πρώτο ερώτημα, ένα προβληματισμό πάνω σ’ αυτό που έρχεται, στην εποχή του μετανθρώπου και κυρίως στα μεταφυσικής τάξεως προβλήματα που θέτει. Γι’ αυτό, το «Άνοιγμα» σ’ αυτό το έργο δεν είναι η φωτισμένη πίσω καμάρα, αλλά το ίδιο το μωρό που κοιτάζει τον ζωγράφο-δημιουργό του και ταυτοχρόνως τον θεατή, και επομένως αποκτά δυνητικά πρόσωπο, κάτι που είναι και γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο μέσα στην συγκεκριμένη συνθήκη.
 
Μερικά μικρά έργα απεικονίζουν είδωλα γυμνών γυναικών με ασπρόμαυρη εικόνα.
 
Στα έργα αυτά είναι φανερό ότι οι «Ένοικοι» είναι απόντες, αυτό που βλέπουμε είναι μόνο τα φασματικά είδωλά τους μέσα από τους καθρέφτες. Τα χαρακτηρίζω φασματικά για έναν ακόμη λόγο: δεν έχουν πρόσωπο, όπως έχουν όλοι οι υπόλοιποι Ένοικοι. Αυτή η επιλογή, να αφήσω δηλαδή αυτές τις μορφές ασπρόμαυρες μέσα σε ένα χρωματισμένο περιβάλλον, ενισχύει νομίζω την πλήρη αποκοπή τους απ’ αυτό. Προσπαθώ επομένως να μην περιγράψω απλώς το θέμα μου, αλλά να το αποδώσω και μέσω των πλαστικών μου στοιχείων (γραμμή, χρώμα, τόνος κλπ.). Τώρα, το κατά πόσο μορφή και περιεχόμενο εναρμονίζονται, είναι κάθε φορά και για κάθε έργο ένα καινούργιο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί.
Στα συγκεκριμένα έργα με προβληματίζει πολύ το θέμα της Παρουσίας-Απουσίας. Ποιά άραγε είναι ισχυρότερη; Νομίζω πως η Απουσία είναι τόσο έντονη-έως αφόρητη κάποτε-που καταλήγει να είναι σαφώς ισχυρότερη. Αλλά το θέμα αυτό επειδή με έχει απασχολήσει και σε παλαιότερες περιόδους, μάλλον το αφήνω ανοιχτό...
 
Μίλησέ μου για τις προηγούμενες φάσεις της δουλειάς σου και αν θα συνεχίσεις μετά την έκθεση να δουλεύεις στον ίδιο θεματικό προβληματισμό και την ίδια εικαστική φόρμα;
 
Η ενότητα των έργων που παρουσίασα στην γκαλερί Περιτεχνών διαφέρει αρκετά από τις προηγούμενες περιόδους της δουλειάς μου, ως προς την φόρμα και τα αφηγηματικά στοιχεία.
Ενώ σε προηγούμενες φάσεις με είχαν απασχολήσει θέματα που άλλοτε έριχναν περισσότερο βάρος στη γυμνή δομή χωρίς αφήγηση κι άλλοτε σε πιο αφηρημένες έννοιες. Όταν, για παράδειγμα, δούλευα πάνω στην έννοια του χρόνου και της φθοράς, έκανα έργα που αποτύπωναν πολύ έντονα την φθορά μέσα από διάφορες ματιέρες ή μέσα από διπλώματα και τσαλακώματα του ίδιου του ζωγραφικού χώρου, π.χ. του χαρτιού που χρησιμοποιούσα πολύ τότε και αναδείκνυαν ιδιαίτερα την χειρονομία. Πάντοτε ωστόσο με ενδιέφερε με κάποιο τρόπο η ανάμειξη της ανθρώπινης φιγούρας, αν και ποτέ με ρεαλιστικό τρόπο.
Κατά περιόδους έχω χρησιμοποιήσει πολλά και διαφορετικά υλικά, από ξύλο, μέταλλο, πλεξιγλάς, και ψηφιακά επεξεργασμένη εικόνα, έως καθρέφτες για τις κατασκευές που έκανα τότε, μάλιστα έχω εκθέσει ορισμένες από αυτές. Αυτός είναι ένας τρόπος έρευνας για μένα, πιστεύω ότι έτσι εμπλουτίζεται η ματιά μου και τελικά το έργο συνολικά.
Ένα πράγμα πάντως που χάρηκα, σε σχέση με τις προηγούμενες φάσεις που συζητάμε, είναι ότι στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε ένας τόμος, ένα λεύκωμα με μια επιλογή ζωγραφικών έργων από προηγούμενες εκθέσεις μου, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ένα εκτενές δοκίμιο του Α.Κ. Χριστοδούλου.
Τώρα, από την δουλειά αυτής της τελευταίας ενότητας, προέκυψαν έργα μέσω των οποίων διατύπωσα ορισμένους προβληματισμούς. Κάποιοι από αυτούς πιστεύω πως θα έχουν και συνέχεια. Ένα έργο από το οποίο σκέπτομαι να ξαναπιάσω το νήμα είναι αυτό για το οποίο μιλήσαμε και πριν, «Τα Χριστούγεννα των κλώνων». Ίσως μερικά από αυτά τα μωρά να μεγαλώσουν, θα δούμε. Οπότε ναι, θα κρατήσω τον ίδιο θεματικό προβληματισμό, και παράλληλα σκέπτομαι να ερευνήσω-εμπλουτίσω την εικαστική φόρμα, συμπλέκοντας ίσως δραστικότερα τα δομικά στοιχεία με την ανθρώπινη φιγούρα—με εμφανέστερο δηλαδή τρόπο—πάντα όμως μέσα στο συμβολικό πλαίσιο αναφοράς που έχω ήδη χτίσει. Αλλά αυτό θα έρθει και θα ωριμάσει με το χρόνο.
 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 06/03/2014 - 11:58